Γίνε θαυμαστής στο FACEBOOK!   Bookmark and Share
Ράδιο Νεφέλη Live


Συστάσεις σε άτομα με αυξημένες τιμές στο ουρικό οξύ
Επιστημονικός Τύπος Επιστημονική Αρθρογραφία Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Οι ακόλουθες συστάσεις απευθύνονται σε άτομα με αυξημένο ουρικό οξύ, που πρέπει να ακολουθήσουν δίαιτα χαμηλή σε πουρίνες.

Οι πουρίνες είναι τμήμα των πρωτεϊνών των τροφών που μετατρέπονται σε ουρικό οξύ στον οργανισμό μας. Η αύξηση ουρικού οξέος μπορεί να οφείλεται σε υπερπαραγωγή πουρινών ή σε μειωμένη απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς και μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας (ποδάγρας).

Γενικές συστάσεις

·         Αποφύγετε τα πλούσια σε πουρίνες τρόφιμα (διαβάστε παρακάτω για περισσότερες λεπτομέρειες).

·         Αυξήστε την κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε υδατάνθρακες (ψωμί, ζυμαρικά, ρύζι, φρούτα).

·         Μειώστε την πρόσληψη λιπαρών από τη διατροφή σας. Επιλέξτε άπαχα γαλακτοκομικά προϊόντα και τυριά.

·         Μειώστε την κατανάλωση κόκκινου κρέατος και προτιμήστε πουλερικά και ψάρια στις ποσότητες που ορίζονται από τον κλινικό διαιτολόγο.

·         Αποφύγετε την κατανάλωση αλκοόλ. Αυξήστε την κατανάλωση υγρών στη διάρκεια της μέρας.

·         Προσπαθήστε να αποκτήσετε σταδιακά και να διατηρήσετε ένα φυσιολογικό σωματικό βάρος. Αποφύγετε απότομη απώλεια βάρους.

·         Αποφύγετε μεγάλα και βαριά γεύματα αργά τη νύχτα.

Τρόφιμα που επιτρέπονται

·         Γάλα

·         Γιαούρτι

·         Τυρί

·         Αβγά

·         Ψωμί άσπρο

·         Δημητριακά (όχι τα ολικής αλέσεως)

·         Ζυμαρικά

·         Λαχανικά – εκτός από τα απαγορευμένα (βλέπε παρακάτω)

·         Φρούτα

·         Ξηροί καρποί – εκτός από τα αμύγδαλα

 Τρόφιμα που επιτρέπονται σε μικρές ποσότητες

·         Κοτόπουλο, γαλοπούλα, κόκκινο κρέας (μοσχάρι, χοιρινό, αρνί, κατσίκι), μπέικον

·         Ψάρια, οστρακοειδή (εκτός από αυτά που απαγορεύονται), αστακός, καβούρια στρείδια

·         Αρακάς, φασόλια, σπανάκι, φακές, σπαράγγια, μανιτάρια, κουνουπίδι, σπαράγγια

·         Πατάτες τηγανητές, ψωμί και δημητριακά ολικής αλέσεως 

Σε περίπτωση οξείας φάσης επιτρέπεται η κατανάλωση 60 – 90 γρ. κρέατος, ψαριού ή πουλερικών την ημέρα ή ½ φλιτζάνι από τα παραπάνω λαχανικά, όσπρια και δημητριακά

Τρόφιμα που απαγορεύονται

Τα τρόφιμα αυτά είναι πλούσια σε πουρίνες και πρέπει να αποφεύγονται τόσο σε οξεία φάση όσο και σε φάση ύφεσης

·         Εντόσθια (συκώτι, μυαλά, νεφρά), ζωμός κρέατος, σάλτσες κρέατος, γλυκάδια

·         Κυνήγι, χήνα

·         Αμύγδαλα

·         Θαλασσινά (μύδια, χτένια, αυγοτάραχο), σαρδέλες, σκουμπρί, ρέγκα, αντσούγιες

·         Μαγιά .

 

·         Επειδή η πρόληψη πάντα είναι η καλύτερη θεραπεία  πρέπει να γνωρίζουμε τις φυσιολογικές τιμές κάποιων παραμέτρων  των οποίων η αυξημένη τιμή στο αίμα   αποτελεί  ένδειξη για ύπαρξη κάποιας νόσου. Η εκτίμηση της ένδειξης αυτής από έναν ειδικευμένο γιατρό έγκαιρα είναι  το καλύτερο φάρμακο!!

 

 

 

 

 

Χολερυθρίνη ( bilirubin ) :   0,3 - 1,9 mg / dl

 

 

 


Η εξέταση της ολικής και της άμεσης χολερυθρίνης είναι χρήσιμη για τη διερεύνηση και την παρακολούθηση ηπατοχολικών νοσημάτων και αιμόλυσης

 

 

 

Η χολερυθρίνη παράγεται στα μακροφάγα κύτταρα από τον μεταβολισμό της αιμοσφαιρίνης των γερασμένων ερυθροκυττάρων. Απελευθερώνεται βαθμιαία στο αίμα, όπου συνδέεται με την αλβουμίνη (αν και συνδεδεμένη, αυτή η μορφή χολερυθρίνης ονομάζεται ελεύθερη ή έμμεση). Από την αλβουμίνη αποσυνδέεται τη στιγμή που περνάει τη μεμβράνη των ηπατοκυττάρων.

Στο ήπαρ το μεγαλύτερο μέρος της χολερυθρίνης συνδέεται με γλυκουρονικό οξύ (αυτή η μορφή λέγεται άμεση χολερυθρίνη) και εκκρίνεται στη χολή. Η ολική χολερυθρίνη του πλάσματος είναι το άθροισμα της έμμεσης και της άμεσης μορφής.
Άνοδος της έμμεσης χολερυθρίνης μπορεί να συμβεί όταν ο ρυθμός παραγωγής της υπερβαίνει το ρυθμό σύζευξής της στο ήπαρ. Παρατηρείται στην αιμόλυση, σε διάφορες αναιμίες και στο σύνδρομο
Gilbert (κληρονομική δυσκολία σύζευξης της χολερυθρίνης). Επίσης ο φυσιολογικός ίκτερος των νεογνών οφείλεται σε άνοδο της τιμής της έμμεσης χολερυθρίνης (ίκτερος είναι ο αποχρωματισμός του δέρματος και των οφθαλμών λόγω της ανόδου των επιπέδων της χολερυθρίνης στο αίμα πάνω από ~2,5 mg / dl ).

Άνοδος της άμεσης χολερυθρίνης μπορεί να συμβεί σε ηπατικά νοσήματα ή σε απόφραξη της χοληφόρου οδού (τα επίπεδά της ανεβαίνουν στο ήπαρ και τελικά διαφεύγουν στο αίμα).

Οι φυσιολογικές τιμές της άμεσης χολερυθρίνης κυμαίνονται μεταξύ 0 - 0,3
mg / dl .

 

 

Ουρικό οξύ (uric acid) :  3,5 - 7,0 mg/dl


Εξέταση χρήσιμη για τη διάγνωση και την παρακολούθηση της ουρικής αρθρίτιδας, της υπέρτασης λόγω εγκυμοσύνης και της θεραπευτικής αγωγής κακοηθών νεοπλασιών.
 

 

 

 

Το ουρικό οξύ είναι το τελικό μεταβολικό προϊόν των πουρινών (δομικών μονάδων του RNA και του DNA ). Το μεγαλύτερο μέρος του παράγεται στο ήπαρ και εν συνεχεία απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα μπορεί να προκύψουν όταν υπάρχει σημαντική καταστροφή κυττάρων που περιέχουν πουρίνες ή όταν υπάρχει πρόβλημα απέκκρισής του από τους νεφρούς.

Επειδή το ουρικό οξύ είναι μία χημική ένωση που απελευθερώνεται στο αίμα από κύτταρα που πεθαίνουν, η μαζική καταστροφή καρκινικών κυττάρων (φυσιολογικά ή σαν αποτέλεσμα χημειοθεραπείας), είναι χρήσιμος δείκτης για την παρακολούθηση της θεραπευτικής αγωγής νεοπλασμάτων.

Αύξηση του ουρικού οξέος παρατηρείται επίσης σε ορισμένες ορμονικές και μεταβολικές διαταραχές και σε δίαιτα πλούσια σε πουρίνες.

Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε πουρίνες είναι συνήθως τροφές πλούσιες και σε πρωτεΐνες. Σε αυτές συγκαταλέγονται πολλές μορφές κρέατος (νεφροί, ήπαρ, πάγκρεας, εγκέφαλος, μύες) από ζώα που αποτελούν συνήθεις διατροφικές επιλογές (μοσχάρι, χοιρινό, αρνί, κουνέλι, κοτόπουλο, γαλοπούλα, πάπια) και ορισμένα ψάρια και θαλασσινά (σαρδέλες, βακαλάος, πέρκα, όστρακα).

Πουρίνες υπάρχουν και σε ποτά όπως η μπύρα και το κρασί, αλλά και σε λαχανικά (σπανάκι, κουνουπίδι, φακές, μανιτάρια, φασόλια κ.α.).

Η υπερουρικαιμία ευνοεί την ανάπτυξη ουρικής αρθρίτιδας σε προδιαθεσικά άτομα. Κατά κανόνα η περιορισμένη διαλυτότητα του ουρικού οξέος στα ούρα δεν αποτελεί πρόβλημα. Υπό ορισμένες όμως συνθήκες όπως όταν τα ούρα είναι πολύ όξινα ή όταν έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο, τότε τα ουρικά άλατα μαζί με τα άλατα του ασβεστίου μπορούν να προκαλέσουν το σχηματισμό λίθων στους νεφρούς ή την κύστη.

Υψηλά επίπεδα ουρικού οξέος μπορεί επίσης να σχετίζονται με οξέωση, αλκοολισμό, διαβήτη, ουρική αρθρίτιδα, υποπαραθυρεοειδισμό, λευχαιμία, νεφρολιθίαση, πολυκυτταραιμία, νεφρική ανεπάρκεια, τοξιναιμία της κυήσεως.

Ορισμένα φάρμακα ανεβάζουν τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον οργανισμό (ασπιρίνη, καφεΐνη, διαζοξίδη, διουρητικά, επινεφρίνη, λεβοντόπα, μεθυλντόπα, φαινοδιαζίνες, θεοφυλλίνη). Υπάρχουν όμως και φάρμακα τα οποία προκαλούν μείωση των επιπέδων (κορτικοστεροειδή, οιστρογόνα, γλυκόζη, προβενεσίδη, βαρφαρίνη, αζαθειοπρίνη, αλλοπουρινόλη, κλοφιβράτη).

Μειωμένα επίπεδα εμφανίζονται στο σύνδρομο
Fanconi , στη νόσο Wilson και σε δίαιτα φτωχή σε πουρίνες.

 

 

Χοληστερόλη (cholesterol) :  140 - 220 mg/dl

 

 

 


Εξέταση χρήσιμη για την εκτίμηση του κινδύνου εκδήλωσης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Συνήθως συνεκτιμάται με την εξέταση των τριγλυκεριδίων και των λιποπρωτεϊνών υψηλής και χαμηλής πυκνότητας.

 

 

 


Η χοληστερόλη είναι ένα σπουδαίο δομικό συστατικό των μεμβρανών των κυττάρων, είναι απαραίτητη για τη σύνθεση των χολικών οξέων (βοηθούν στην απορρόφηση των λιπαρών τροφών) και ένα μικρό μέρος της συμμετέχει στο σχηματισμό στεροειδών ορμονών. Μεταφέρεται στο αίμα με τις λιποπρωτεΐνες.

Οι λιποπρωτεΐνες διαφέρουν στην πυκνότητα. Υπάρχουν λιποπρωτεΐνες με πολύ χαμηλή πυκνότητα (
VLDL ), χαμηλή ( LDL ) και υψηλή ( HDL ) και το σημαντικότερο είναι ότι υπάρχει διαφορά στο ρόλο και τη σημασία τους.

Οι χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες θεωρούνται ως "κακή" μορφή χοληστερόλης, επειδή προάγουν την αθηροσκλήρωση των αγγείων, ενώ οι υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες θεωρούνται ως "καλή" μορφή χοληστερόλης, επειδή δεν την ευνοούν. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο στις εξετάσεις του αίματος είναι η αναλογία καλής και κακής χοληστερόλης (
HDL / LDL ). Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η τιμή, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης αθηροσκληρώσεως.

Όταν στις εξετάσεις αναφέρεται ως χοληστερόλη, εννοείται το σύνολο των μορφών της. Η σημασία που αποδιδόταν αποκλειστικά σε αυτόν τον δείκτη υποχωρεί και το ενδιαφέρον στρέφεται στους επιμέρους δείκτες
HDL , LDL και των τριγλυκεριδίων. Είναι επιθυμητό να υπάρχουν τα εξής ευρήματα :

Ολική χοληστερόλη < 200
mg / dl
HDL > 40 mg / dl
LDL < 160 mg / dl

Ανεβασμένες τιμές χοληστερόλης συναντώνται όταν η δίαιτα είναι πλούσια σε τροφές που την περιέχουν, κατά την εγκυμοσύνη, στην οικογενή υπερλιπιδαιμία, σε ανεξέλεγκτο διαβήτη, στη χολική κίρρωση του ήπατος, στο νεφρωσικό σύνδρομο και στον υποθυρεοειδισμό.

Χαμηλά επίπεδα χοληστερόλης μπορεί να οφείλονται σε υπερθυρεοειδισμό, ηπατικά νοσήματα, σιδηροπενική αναιμία, κακή θρέψη ή δυσκολία απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών από το έντερο.

Τα επίπεδα της χοληστερόλης επηρεάζονται από τη λήψη διαφόρων φαρμάκων. Μεταξύ αυτών που ανεβάζουν τα επίπεδά της είναι τα αντισυλληπτικά, τα κορτικοστεροειδή, τα στεροειδή αναβολικά, οι β-αδρενεργικοί αναστολείς, η επινεφρίνη, τα θειαζιδικά διουρητικά, οι σουλφοναμίδες και η φαινυτοΐνη. Μείωση προκαλούν οι αναστολείς της ΜΑΟ, τα νιτρικά, η καπτοπρίλη, η κλοφιβράτη, η λοβαστατίνη, η κολχικίνη, η αλλοπουρινόλη, η ερυθρομυκίνη, η νεομυκίνη και η ισονιαζίδη.

 

 

Τριγλυκερίδια (triglycerides) :  20 - 160 mg/dl

 

 

 


Εξέταση χρήσιμη για την εκτίμηση του κινδύνου ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων, την απορρόφηση και τον μεταβολισμό των λιπών.

 

 

 


Τα τριγλυκερίδια αποτελούν μορφή λιπιδίων που χρησιμεύει για την μεταφορά των λιπαρών οξέων στο αίμα. Τα λιπαρά οξέα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας.

Τα τριγλυκερίδια συναντώνται στο αίμα για 2-3 ώρες μετά από τη λήψη ενός λιπαρού γεύματος, με τη μορφή των χυλομικρών (μεγαλομοριακά συμπλέγματα που περιέχουν 90% τριγλυκερίδια, 4% εστέρες χοληστερόλης, 3% χοληστερόλη, 2% φωσφολιπίδια και 1% πρωτεΐνη). Τις υπόλοιπες ώρες συναντώνται με τη μορφή των πολύ χαμηλής έως χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών που παράγονται από το ήπαρ και τα κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου.

Όταν οι τιμές των τριγλυκεριδίων είναι αυξημένες, ακόμα κι αν υπάρχουν χαμηλές τιμές
LDL (κακής χοληστερόλης) και υψηλές HDL (καλής χοληστερόλης), συνιστούν κίνδυνο για την ανάπτυξη αθηροσκληρώσεως.

Υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων συναντώνται στον ανεξέλεγκτο διαβήτη, τον υποθυρεοειδισμό, την κίρρωση του ήπατος, το νεφρωσικό σύνδρομο, την παγκρεατίτιδα, την οικογενή υπερλιποπρωτεϊναιμία, τον αλκοολισμό, τη διατροφή με πολλούς υδατάνθρακες και λίγες πρωτεΐνες, τη λήψη αντισυλληπτικών και κορτικοστεροειδών φαρμάκων.

Χαμηλές τιμές συναντώνται στον υπερθυρεοειδισμό, στον υποσιτισμό, τη δίαιτα που είναι χαμηλή σε λιπαρά και σε προβλήματα απορρόφησης των λιπών.

 

Δεν έχουν υποβληθεί ακόμα σχόλια. Γράψτε εσείς το πρώτο!
Το όνομά σας  
Τα σχόλιά σας (Όχι HTML):